Αμνησία

Η κάθε μέρα σαν τη γομολάστιχα
σβήνει την προηγούμενη και πάει.
Άλλοτε σβήνει την επόμενη,
καμιά φορά ολόκληρη βδομάδα.

Βροχές θυμάμαι και πουλιά
και ιστορίες που δεν έζησα ποτέ μου.

Τις νύχτες γράφεται το μέλλον μου,
τα φοβερά καθέκαστα της επομένης,
και πρέπει να ξυπνάω στις εφτά,
με την ψυχή στα δόντια να γυρίζω,
για να προλάβω τις παραγγελίες.

Χιόνια θυμάμαι και βουνά
και εξορίες που δεν έζησα ποτέ μου.

Λησμόνησα τους ίδιους τους γονείς μου,
πώς ήτανε και ποιοι και πόσοι.
Κοιτάζω γράμματα, φωτογραφίες,
δεν ξεχωρίζω ζωνγτανούς και πεθαμένους.
Γριές και γέροι και παιδιά,
μεσήλικες θλιμμένοι.

Μάτια θυμάμαι και φωνές,
πρόσωπα που δε γνώρισα ποτέ μου.

(Μιχ. Γκανάς – Από τη συλλογή «Γυάλινα Γιάννενα», εκδ. Καστανιώτη)

 

Τρυφερή είναι η μνήμη
που ξεφυτρώνει
στα ερείπια του μυαλού.
Μίσχος λεπτότατος
που κινδυνεύει διαρκώς
μα ξεδιπλώνει
φυλλαράκια
προς ένα φως
που μόνο αυτή γνωρίζει
και θρέφεται μυστικά
κι όλο θεριεύει
ώσπου καλύπτονται τα πάντα
από ένα πράσινο τρεμάμενο
που λάμπει και χαϊδεύει
τον άνεμο
κι αυτός το υμνεί
με ρυθμικές αναπνοές
και πότε πότε
ένα τραγούδι σιγανό
για δυο φωνές,
πες το παράπονο
ή κι εμβατήριο πένθιμο
για όσα δεν έγιναν ποτέ.

(Μυρσίνη Γκανά – Από τη συλλογή «Εγώ έχω κι άλλα πράγματα που αγαπώ», εκδ. Μελάνι)

©2023 CGS Library resources

Log in with your credentials

Forgot your details?