Τα Δώρα

Ιδιαίτερο κεφάλαιο της ζωής μας

είναι τα δώρα· όχι αυτά που δίνεις

(αυτά που λες, ας πάνε στο καλό,

δόθηκαν όπως δόθηκες κι εσύ –

αμέριστα: ποτέ δεν θα ξανάρθουν

στη μνήμη σου για να σε βασανίσουν

με τύψεις μάταιες ή για να στάξουν

το αργό τους δηλητήριο στην καρδιά,

εκεί που στάλαζε ο ύπνος)· όχι,

τούτα δεν σε θυμούνται όπως τ’ άλλα

που πήρες κάποτε – τα χαρισμένα

και ανεκτίμητα: ένα φουλάρι

που δεν το φόρεσες, ένα βιβλίο

που δεν το διάβασες και ξαφνικά

βλέπεις την αφιέρωση, ένας δίσκος

που δεν τον άκουσες ποτέ, μια πένα

που ’χει πετρώσει και δεν γράφει πια,

ένα ζευγάρι γάντια από σεβρό

βαθιά σ’ ένα συρτάρι. Σε θυμούνται,

δεν σε ξεχνούν, κι αν κάποτε για λίγο

(άμποτε για πολύ) τα λησμονήσεις,

θα επιστρέψουν, πάντοτε επιστρέφουν,

σα να ’χουν μείνει ανεπίδοτα,

σαν να μην έχει υπάρξει παραλήπτης

ή να ’ταν άλλος κι όχι εσύ εκείνος

που στάθηκε στο νόημα μιας λέξης

μετέωρης στο φως του δειλινού

ή μιας αόριστης χειρονομίας

που δεν κατάφερε να γίνει χάδι,

και πρέπει τώρα να τα ξαναπάρεις

στα χέρια σου, στα χρόνια, στην καρδιά σου,

να υποδεχτείς τη λύπη και το φως τους,

την τρυφερή μομφή, το χάρισμά τους,

σαν να ’ταν οφειλές, σαν υποθήκες

γραμμένες στο κατάστιχο της νύχτας,

που ήρθε η ώρα τους να εξοφληθούν –

η ώρα που θα σκύψεις και θ’ ακούσεις

τη φυλαγμένη μέσα τους φωνή:

να μας θυμάσαι, τα φαντάσματά σου,

τις νύχτες, όταν δεν σε παίρνει ο ύπνος,

και το πρωί που θα ’χεις ξαγρυπνήσει,

κι όταν αργά θα γέρνεις προς τον ύπνο

που θα ’ρθει δίχως όνειρα, θυμήσου,

μη μας ξεχνάς, τα δώρα της αγάπης.

Γιατί ’ναι βέβαιο πια: όταν θα έρθει

καιρός να μετρηθούν όλες οι λύπες,

στον τελικό λογαριασμό θα οφείλουν

όσοι ποτέ τους δεν αγάπησαν.

 

Διονύσης Καψάλης

(από την ποιητική συλλογή «Ο καταρράκτης», εκδ. Άγρα)

©2023 CGS Library resources

Log in with your credentials

Forgot your details?